Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012
Ηλικία
Ένας πολύ απλός τρόπος να μετράς τα χρόνια που περνούν είναι και η ηλικία των αγαπημένων σου τραγουδιών.
Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012
Η απαισιοδοξία του να γερνάς
Όσο μεγαλώνει κανείς τόσο μικραίνει και η ποσότητα απαισιοδοξίας που έχει μέσα του. Θες ότι μεγαλώνοντας βλέπει τον κόσμο με πιο έμπειρα μάτια, θες πως μεγαλώνουν μαζί του και τα όρια του κόσμου του, το γεγονός είναι ένα.
Όσο πιο μικροί είμαστε κι όσα έχουμε ζήσει στην ζωή μας είναι λίγα και τα έχουμε ζήσει σε έναν κόσμο τόσο μα τόσο μικρό - και οριοθετημένο κατά κανόνα από κάποιους άλλους - τόσο πιο επιρρεπείς στην θλίψη είμαστε. Κάθε μας πρόβλημα, κάθε αρνητική κατάσταση όσο ασήμαντα ή σημαντικά και να είναι, όσο μεγάλα ή όσο μικρά και να είναι, μας πνίγουν.
Γιατί σ'έναν μικρό χώρο ακόμα και το πιο μικρό πράγμα μπορεί να σου κλέψει δικό σου χώρο ζωτικό και απαραίτητο. Χώρο που θα σου επιτρέψει να κάνεις ένα βήμα παραπέρα και να δεις τα πράγματα από μια άλλη σκοπιά, κάτω από ένα διαφορετικό φως.
Όσο όμως μεγαλώνει κανείς μεγαλώνουν μαζί του και τα όριά του. Τα όρια του χώρου μέσα στον οποίο κινείται και τα όρια που τού θέτουν οι αισθήσεις του εξαπλώνονται διαρκώς μέρα με την ημέρα.
Και φτάνει κάποια στιγμή που ξυπνάει και νιώθει σα να έχει άπλετο χώρο στην διάθεσή του.
Αν εκείνη τη στιγμή καταφέρει να κλείσει για λίγο τα μάτια του και να χώσει στα αυτιά του ένα καλό ζευγάρι ωτοασπίδες, αν τολμήσει να απομονώσει τους θορύβους -και κυρίως τους ανθρώπους- που τον αποπροσανατολίζουν, και συγκεντρωθεί στον εαυτό του, τότε θα εκπλαγεί από το πόσο ελαστικά είναι και το πόσο μακριά έχουν φτάσει τα όριά του.
Μόνο έτσι θα μπορέσει να βρει τον χώρο για να γυρίσει το κεφάλι του προς τα πίσω και να σκάσει ένα πλατύ χαμόγελο γεμάτο ευγνωμοσύνη στο παρελθόν του.
Μόνο έτσι θα καταφέρει να καρφώσει τα κλειστά του μάτια ίσια μπροστά και να ονειρευτεί το μέλλον του.
Να διώξει όση απαισιοδοξία έχει μέσα του, να ρίξει δυο τρεις κλωτσιές σε όλες τις κακές σκέψεις που τον βασανίζουν και βήμα με το βήμα, με κάθε δρασκελιά να συνεχίσει να τροφοδοτεί το μέλλον και το παρελθόν του και - το κυριότερο - να συνεχίσει να απολαμβάνει να ζει.
Γιατί η ζωή είναι πολύ μικρή και δεν έχει χώρο για απαισιοδοξία.
Και τα χρόνια περνούν πολύ γρηγορότερα από τις ημέρες.
ΥΓ: Αφιερωμένο σε όσους κρύβουν την ηλικία τους
Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011
Αν
Αν είχα γεννηθεί 10 χρόνια νωρίτερα τότε:
- Τώρα θα ήμουν 41
- Θα είχα προλάβει να ζήσω τρία χρόνια χούντα
- Θα είχα κάνει το μαλλί μου περμανάντ τουλάχιστον μία φορά στην ζωή μου
- Θα είχα περάσει την εφηβεία μου στην χειρότερη μουσικά δεκαετία του προηγούμενου αιώνα
- Όλη μου η μουσική θα ήταν σε κασέτες
- Θα είχα όλα τα τεύχη του Μπλεκ
- Ποιοτικός "κινηματογράφος" για εμένα θα ήταν οι ταινίες του Στάθη Ψάλτη, του Σωτήρη Μουστάκα και του Λαλάκη του εισαγόμενου
- Θα θυμόμουν τη Λάρισα και τον ΠΑΟΚ να σηκώνουν πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο και τον Μαραντόνα στα φόρτε του
- Δε θα χρειαζόμουν μεταπτυχιακές σπουδές επειδή
- Οι περισσότεροι φίλοι μου θα είχαν δουλειά
- Οι περισσότεροι φίλοι μου θα ήταν κοντά μου
- Οι γονείς μου θα έπαιρναν μία αξιοπρεπή σύνταξη και θα έδιναν που και που χαρτζιλίκι στα εγγόνια τους
- Τα καλοκαίρια θα πήγαινα έναν μήνα διακοπές
Αν είχα γεννηθεί 10 χρόνια αργότερα τότε:
- Πιθανότατα οι γονείς μου δε θα έφευγαν ποτέ από τις Η.Π.Α. και τώρα θα ήμουν ένα ακόμα ελληνοαμερικανάκι.
Αλλά σε περίπτωση που έφευγαν, τότε:
- Τώρα θα ήμουν 21 ετών
- Δε θα είχα παίξει ποτέ κρυφτό ή αμπάριζα στη γειτονιά
- Θα ήμουν άσος στο PES, αλλά δε θα ήξερα να κλωτσήσω μπάλα
- Πιθανότατα θα ήμουν 5-10 κιλά πιο βαρύς
- Η μουσική μου θα ήταν ατάκτως αποθηκευμένη σε φορητούς σκληρούς δίσκους
- Θα είχα αντιασφυξιογόνα μάσκα
- Πιθανότατα θα είχα κάνει το λάθος να ξεκινήσω να σπουδάζω και θα ήμουν στο 3ο-4ο έτος των ανυπόληπτων σπουδών μου
- Οι φίλοι μου θα τελείωναν τις σπουδές τους και θα έψαχναν κι εκείνοι για εργασία εκτός Ελλάδος
- Ο αδερφός μου ακόμα θα ψαχνόταν επαγγελματικά
- Το κράτος και το κόστος των σπουδών μου θα είχαν εξοντώσει οικονομικά τους γονείς μου
- Θα αναγκαζόμουν να μεταναστεύσω και να αφήσω την οικογένειά μου πίσω για να δουλέψω στο αντικείμενο των σπουδών μου
- Οικογένεια δική μου ούτε που θα φανταζόμουν να δημιουργήσω
- Τα καλοκαίρια θα πήγαινα διακοπές στο παλιό μου σπίτι
Επειδή όμως δεν γεννήθηκα ούτε το 1970 ούτε το 1990 τώρα:
- Είμαι 31 στα 32
- Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε δύο από τις καλύτερες μουσικά δεκαετίες
- Είχα την ατυχία να ζήσω την παντοκρατορία του Ολυμπιακού
- Είμαι σχεδόν 9 μήνες άνεργος
- Δεν μου έχει δοθεί ποτέ η ευκαιρία να δουλέψω στο αντικείμενο που σπούδασα
- Το μυαλό μου γερνάει ανεκμετάλλευτο ξερνώντας όλες τις γνώσεις που περιέχει
- Όλες οι μέρες μου φαίνονται ίδιες
- Οι περισσότεροι φίλοι μου έχουν όλα τους τα πρωϊνά ελεύθερα
- Οι γονείς μου αγωνιούν για το μέλλον μου περισσότερο από εμένα
- Προσπαθώ να αντισταθώ και να μη σηκωθώ να φύγω
- Περιμένω ένα θαύμα
- Τώρα θα ήμουν 41
- Θα είχα προλάβει να ζήσω τρία χρόνια χούντα
- Θα είχα κάνει το μαλλί μου περμανάντ τουλάχιστον μία φορά στην ζωή μου
- Θα είχα περάσει την εφηβεία μου στην χειρότερη μουσικά δεκαετία του προηγούμενου αιώνα
- Όλη μου η μουσική θα ήταν σε κασέτες
- Θα είχα όλα τα τεύχη του Μπλεκ
- Ποιοτικός "κινηματογράφος" για εμένα θα ήταν οι ταινίες του Στάθη Ψάλτη, του Σωτήρη Μουστάκα και του Λαλάκη του εισαγόμενου
- Θα θυμόμουν τη Λάρισα και τον ΠΑΟΚ να σηκώνουν πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο και τον Μαραντόνα στα φόρτε του
- Δε θα χρειαζόμουν μεταπτυχιακές σπουδές επειδή
- το πτυχίο μου θα έφτανε για να μου εξασφαλίσει ένα σταθερό αξιοπρεπές εισόδημα. Κι αν όχι, τότε
- πιθανότατα το κόμμα θα με είχε βολέψει σε μία θέση ανάλογη των γνωριμιών μου
- Οι περισσότεροι φίλοι μου θα είχαν δουλειά
- Οι περισσότεροι φίλοι μου θα ήταν κοντά μου
- Οι γονείς μου θα έπαιρναν μία αξιοπρεπή σύνταξη και θα έδιναν που και που χαρτζιλίκι στα εγγόνια τους
- Τα καλοκαίρια θα πήγαινα έναν μήνα διακοπές
Αν είχα γεννηθεί 10 χρόνια αργότερα τότε:
- Πιθανότατα οι γονείς μου δε θα έφευγαν ποτέ από τις Η.Π.Α. και τώρα θα ήμουν ένα ακόμα ελληνοαμερικανάκι.
Αλλά σε περίπτωση που έφευγαν, τότε:
- Τώρα θα ήμουν 21 ετών
- Δε θα είχα παίξει ποτέ κρυφτό ή αμπάριζα στη γειτονιά
- Θα ήμουν άσος στο PES, αλλά δε θα ήξερα να κλωτσήσω μπάλα
- Πιθανότατα θα ήμουν 5-10 κιλά πιο βαρύς
- Η μουσική μου θα ήταν ατάκτως αποθηκευμένη σε φορητούς σκληρούς δίσκους
- Θα είχα αντιασφυξιογόνα μάσκα
- Πιθανότατα θα είχα κάνει το λάθος να ξεκινήσω να σπουδάζω και θα ήμουν στο 3ο-4ο έτος των ανυπόληπτων σπουδών μου
- Οι φίλοι μου θα τελείωναν τις σπουδές τους και θα έψαχναν κι εκείνοι για εργασία εκτός Ελλάδος
- Ο αδερφός μου ακόμα θα ψαχνόταν επαγγελματικά
- Το κράτος και το κόστος των σπουδών μου θα είχαν εξοντώσει οικονομικά τους γονείς μου
- Θα αναγκαζόμουν να μεταναστεύσω και να αφήσω την οικογένειά μου πίσω για να δουλέψω στο αντικείμενο των σπουδών μου
- Οικογένεια δική μου ούτε που θα φανταζόμουν να δημιουργήσω
- Τα καλοκαίρια θα πήγαινα διακοπές στο παλιό μου σπίτι
Επειδή όμως δεν γεννήθηκα ούτε το 1970 ούτε το 1990 τώρα:
- Είμαι 31 στα 32
- Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε δύο από τις καλύτερες μουσικά δεκαετίες
- Είχα την ατυχία να ζήσω την παντοκρατορία του Ολυμπιακού
- Είμαι σχεδόν 9 μήνες άνεργος
- Δεν μου έχει δοθεί ποτέ η ευκαιρία να δουλέψω στο αντικείμενο που σπούδασα
- Το μυαλό μου γερνάει ανεκμετάλλευτο ξερνώντας όλες τις γνώσεις που περιέχει
- Όλες οι μέρες μου φαίνονται ίδιες
- Οι περισσότεροι φίλοι μου έχουν όλα τους τα πρωϊνά ελεύθερα
- Οι γονείς μου αγωνιούν για το μέλλον μου περισσότερο από εμένα
- Προσπαθώ να αντισταθώ και να μη σηκωθώ να φύγω
- Περιμένω ένα θαύμα
Κυριακή 24 Ιουλίου 2011
Ημερολόγιο
24 Ιουλίου 2011.
Ώρα: 8:52
Πριν: Bossa Nova, Παρά Θιν' Αλός, Marabu Island, αυτοκίνητο. μουσική, χορός, βότκες (με λεμόνι), χαμόγελα, γέλια, ενδιαφέροντες άνθρωποι, ενδιαφέρουσες συζητήσεις.
Τώρα: Παραλία Ζαχάρως - Καντίνα του Σκύλου. Μόνος για μπάνιο. Δειλός γυμνιστής.
Παρέα:
-για τα αυτιά: Κύματα, Πέτρος Λούκας Χαλκιάς, Mogwai, Underworld, Pink Floyd, Foo Fighters, μακρινές φωνές
-για τα μάτια: Άμμος, πολύ νερό, ήλιος, σβησμένο φεγγάρι, λεκέδες στους φακούς των γυαλιών
-για τη μύτη: Αλάτι, ζέστη, ελαφριά τσιγαρίλα
-για το στόμα: Αλμύρα, χυμός Αμίτα
-για τα χέρια: Μελάνι από το στυλό, τετράδιο, κόκοι άμμου, κοχύλια, ζελέ μαλλιών ανακατωμένο με θαλασσινό νερό
Μετά: Άγνωστο και αδιάφορο
ΥΓ: Συνελήφθη στην παραλία της Ζαχάρως. Εκτελέσθη στο κρεβάτι υπό τους ήχους του ροχαλητού του Τάκη
Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010
Περί βλακείας και μαλακίας
Η διαφορά της βλακείας από τη μαλακία έγκειται κυρίως στο γεγονός πως την πρώτη την κληρονομείς. Θες από τους ίδιους σου τους γονείς, θες από κάποιον προπάππου ή μακρινό συγγενή το μόνο σίγουρο είναι πως η βλακεία βρίσκει πάντοτε τον δρόμο και τον τρόπο να μεταδίδεται από γενιά σε γενιά και να διατηρείται εις τους αιώνες των αιώνων (αμήν!). Τις περισσότερες φορές αρκεί μία γρήγορη, πρόχειρη ματιά στο γενεαλογικό δέντρο ενός διαπιστωμένα γνήσιου βλάκα για να εντοπίσουμε αμέσως τον πρόγονο που του χάρισε απλόχερα και άθελά του αυτή την ευλογημένη ιδιότητα μαζί φυσικά με το απαραίτητο βλέμμα που την συνοδεύει.
Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από την προέλευσή της, η βλακεία αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά του DNA κάθε σωστού βλάκα καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό την πορεία του στη ζωή κυρίως επεμβαίνοντας στον τρόπο που αντιδρά απέναντι στα εξωτερικά ερεθίσματα και ιδιαίτερα απέναντι στους μαλάκες.
Ο όρος μαλάκες περικλείει μέσα του όλους εκείνους τους καθημερινούς ανθρώπους που ανά πάσα στιγμή μπορούν να υπερηφανευτούν πως τους χαρακτηρίζει μία βαθιά γνώση της μαλακίας.
Η μαλακία, αντίθετα από τη βλακεία, είναι καθαρά και μόνο μία ιδιότητα που την αποκτάς. Είτε με τη σωστή ανατροφή (μαλάκες γονείς), είτε με τις σωστές παρέες (μαλάκες φίλοι) είτε - στις βαρύτερες των περιπτώσεων - μόνος σου (μαλάκας-ταλέντο).
Τον μαλάκα τον χαρακτηρίζει μία σειρά από εκούσιες, εσκεμμένες ενέργειες που έχουν σαν μοναδικό στόχο να εκνευρίζουν τους γύρω του. Ο μαλάκας είναι πάντοτε ο καλύτερος σε όλα ή τουλάχιστον αυτό νομίζει. Η τακτική του δεν είναι να γίνεται καλός σε κάτι υπερέχοντας του ανταγωνισμού, αλλά να εκνευρίζει σε τέτοιο βαθμό τους γύρω του ώστε, προκειμένου να απαλλαχθούν από την παρουσία του, να παραδέχονται πως εκείνος είναι ο καλύτερος.
Σε αυτό το σημείο θα ήταν σκόπιμο να αναλύσουμε λίγο παραπάνω μερικές από τις βασικές διαφορές μεταξύ βλακείας και μαλακίας.
Κατ'αρχήν η βλακεία είναι στιγμιαία και αντανακλαστική. Στις περιπτώσεις όπου μία βλακεία μπορεί να δείχνει φαινομενικά διαρκής, η εξήγηση μπορεί να δοθεί με μία απλή μικροσκοπική εξέτασή της. Αν κοιτάξουμε προσεκτικά μία φαινομενικά διαρκή βλακεία θα διαπιστώσουμε πως δεν είναι τίποτα άλλο από μία αλληλουχία στιγμιαίων βλακειών τις οποίες ο κοινός ανθρώπινος νους απλά δυσκολεύεται να ξεχωρίσει.
Ο αντανακλαστικός χαρακτήρας της βλακείας, από την άλλη, τεκμηριώνεται κατά κύριο λόγο μέσω του αυθορμητισμού με τον οποίο ένας βλάκας εκφράζει τη βλακεία του. Η ταχύτητα με την οποία ένας βλάκας ξεστομίζει ή κάνει μία βλακεία είναι παροιμιώδης και για πολλούς ανεξήγητη.
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στη σύγχυση μεταξύ του διαστήματος που μεσολαβεί από την στιγμή που ο βλάκας δέχεται ένα εξωτερικό ερέθισμα μέχρι τη στιγμή που θα το επεξεργαστεί και του διαστήματος που ακολουθεί μέχρι να αντιδράσει. Σε πολλές περιπτώσεις ο καθημερινός άνθρωπος νομίζει πως ο βλάκας αργεί να αντιδράσει ενώ στην ουσία ο βλάκας απλά καθυστερεί να επεξεργαστεί τα δεδομένα. Όταν ο σκόπελος της επεξεργασίας των δεδομένων ξεπεραστεί επιτυχώς η αντίδραση εκ μέρους του βλάκα είναι πρακτικά αστραπιαία.
Τόσο αστραπιαία ώστε δεν είναι λίγοι οι μελετητές που πιστεύουν πως οι λύσεις σε μεγάλα επιστημονικά ζητήματα που αφορούν την ταχύτητα όπως το πως θα καταφέρει η ανθρωπότητα να ξεπεράσει την ταχύτητα του φωτός θα μπορούσαν να βρεθούν αν η επιστημονική κοινότητα αποφάσιζε να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο ένας βλάκας εκφράζει την βλακεία που έχει μέσα στο κεφάλι του ανά πάσα στιγμή.
Η μαλακία, από την άλλη, είναι εξακολουθητική και μαλακισμένα προμελετημένη. Ο μαλάκας είναι μαλάκας όλη την ώρα. Θέλει να είναι μαλάκας, προσπαθεί να είναι μαλάκας, ξέρει πως είναι μαλάκας και απολαμβάνει το ό,τι είναι μαλάκας. Και, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι πολύ καλός στο να είναι μαλάκας.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως όροι όπως "εκλάμψεις μαλακίας", "στιγμιαία μαλακία" ή "κατά λάθος μαλακία" είναι εντελώς αδόκιμοι και δεν χρησιμοποιούνται την ίδια ώρα που εκφράσεις όπως "καλός μαλάκας είσαι", "πολύ μαλάκας ρε αδερφέ μου" και "μεγάλη μαλακία" χρησιμοποιούνται ευρέως σε όλες τις γλώσσες.
Άμεση παρενέργεια της μαλακίας, η οποία συχνά συγχέεται με την ίδια τη μαλακία, αποτελεί ο αποκαλούμενος "εξυπνακισμός". Αν και το συντριπτικό ποσοστό των εξυπνάκηδων είναι κατ'ουσίαν πρακτικά μαλάκες παρατηρούνται και περιπτώσεις όπου οι δύο ιδιότητες δε συνυπάρχουν.
Τρανό παράδειγμα αποτελεί ο Θεός. Όπως και να τον αποκαλέσουμε ( Βούδα, Κρίσνα, Αλλάχ, Δία ή απλά Θεό) δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός πως είναι - ή ήταν - μαλάκας. Την ίδια ώρα θα πρέπει να του αναγνωρίσουμε και το ελαφρυντικό πως δεν είναι - ή ήταν - εξυπνάκιας. Ο εξυπνάκιας έχει ως μοναδικό του στόχο να φανεί πιο έξυπνος από τους υπόλοιπους. Όμως πως μπορεί να είναι εξυπνάκιας ένα ον το οποίο δεν έχει ανθρώπινη μορφή, δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον άνθρωπο και δεν μπορεί να του δώσει καμία χειροπιαστή απόδειξη ότι υπάρχει και άρα δεν μπορεί να συγκριθεί με τους γύρω του; Αδύνατο.
Κλείνοντας πρέπει να αναφέρουμε και μία διαχρονική διαπίστωση που ισχύει φυσικά και στις μέρες μας.
Είναι γενικά αποδεκτό πως οι βλάκες είναι παντού ανάμεσά μας. Τους βλέπουμε γύρω μας, πολλές φορές ζούμε μαζί τους, μπορεί ακόμα να είμαστε και οι ίδιοι αγνοί, ανίδεοι βλάκες χωρίς συναίσθηση του ταλέντου μας. Αλλά τις περισσότερες φορές δε μας βλάπτουν. Συχνά μάλιστα μας ομορφαίνουν τη ζωή και μας διασκεδάζουν χαρίζοντάς μας γέλιο με τις πράξεις τους.
Οι μαλάκες όμως, και αυτό είναι το χειρότερο, είναι από πάνω μας. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον δημιουργό μας που έκανε τη μεγαλύτερη μαλακία δημιουργώντας τον άνθρωπο - κατ'εικόνα και καθ'όμοίωσίν του για να μην ξεχνιόμαστε - και προχωρώντας προς τα κάτω σε αυτοκράτορες και βασιλείς, σε δικτάτορες παλαιού και καινούριου τύπου, σε πρωθυπουργούς, υπουργούς και διευθυντές και καταλήγοντας στο υπέρτατο είδος μαλάκα στα αφεντικά.
Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από την προέλευσή της, η βλακεία αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά του DNA κάθε σωστού βλάκα καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό την πορεία του στη ζωή κυρίως επεμβαίνοντας στον τρόπο που αντιδρά απέναντι στα εξωτερικά ερεθίσματα και ιδιαίτερα απέναντι στους μαλάκες.
Ο όρος μαλάκες περικλείει μέσα του όλους εκείνους τους καθημερινούς ανθρώπους που ανά πάσα στιγμή μπορούν να υπερηφανευτούν πως τους χαρακτηρίζει μία βαθιά γνώση της μαλακίας.
Η μαλακία, αντίθετα από τη βλακεία, είναι καθαρά και μόνο μία ιδιότητα που την αποκτάς. Είτε με τη σωστή ανατροφή (μαλάκες γονείς), είτε με τις σωστές παρέες (μαλάκες φίλοι) είτε - στις βαρύτερες των περιπτώσεων - μόνος σου (μαλάκας-ταλέντο).
Τον μαλάκα τον χαρακτηρίζει μία σειρά από εκούσιες, εσκεμμένες ενέργειες που έχουν σαν μοναδικό στόχο να εκνευρίζουν τους γύρω του. Ο μαλάκας είναι πάντοτε ο καλύτερος σε όλα ή τουλάχιστον αυτό νομίζει. Η τακτική του δεν είναι να γίνεται καλός σε κάτι υπερέχοντας του ανταγωνισμού, αλλά να εκνευρίζει σε τέτοιο βαθμό τους γύρω του ώστε, προκειμένου να απαλλαχθούν από την παρουσία του, να παραδέχονται πως εκείνος είναι ο καλύτερος.
Σε αυτό το σημείο θα ήταν σκόπιμο να αναλύσουμε λίγο παραπάνω μερικές από τις βασικές διαφορές μεταξύ βλακείας και μαλακίας.
Κατ'αρχήν η βλακεία είναι στιγμιαία και αντανακλαστική. Στις περιπτώσεις όπου μία βλακεία μπορεί να δείχνει φαινομενικά διαρκής, η εξήγηση μπορεί να δοθεί με μία απλή μικροσκοπική εξέτασή της. Αν κοιτάξουμε προσεκτικά μία φαινομενικά διαρκή βλακεία θα διαπιστώσουμε πως δεν είναι τίποτα άλλο από μία αλληλουχία στιγμιαίων βλακειών τις οποίες ο κοινός ανθρώπινος νους απλά δυσκολεύεται να ξεχωρίσει.
Ο αντανακλαστικός χαρακτήρας της βλακείας, από την άλλη, τεκμηριώνεται κατά κύριο λόγο μέσω του αυθορμητισμού με τον οποίο ένας βλάκας εκφράζει τη βλακεία του. Η ταχύτητα με την οποία ένας βλάκας ξεστομίζει ή κάνει μία βλακεία είναι παροιμιώδης και για πολλούς ανεξήγητη.
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στη σύγχυση μεταξύ του διαστήματος που μεσολαβεί από την στιγμή που ο βλάκας δέχεται ένα εξωτερικό ερέθισμα μέχρι τη στιγμή που θα το επεξεργαστεί και του διαστήματος που ακολουθεί μέχρι να αντιδράσει. Σε πολλές περιπτώσεις ο καθημερινός άνθρωπος νομίζει πως ο βλάκας αργεί να αντιδράσει ενώ στην ουσία ο βλάκας απλά καθυστερεί να επεξεργαστεί τα δεδομένα. Όταν ο σκόπελος της επεξεργασίας των δεδομένων ξεπεραστεί επιτυχώς η αντίδραση εκ μέρους του βλάκα είναι πρακτικά αστραπιαία.
Τόσο αστραπιαία ώστε δεν είναι λίγοι οι μελετητές που πιστεύουν πως οι λύσεις σε μεγάλα επιστημονικά ζητήματα που αφορούν την ταχύτητα όπως το πως θα καταφέρει η ανθρωπότητα να ξεπεράσει την ταχύτητα του φωτός θα μπορούσαν να βρεθούν αν η επιστημονική κοινότητα αποφάσιζε να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο ένας βλάκας εκφράζει την βλακεία που έχει μέσα στο κεφάλι του ανά πάσα στιγμή.
Η μαλακία, από την άλλη, είναι εξακολουθητική και μαλακισμένα προμελετημένη. Ο μαλάκας είναι μαλάκας όλη την ώρα. Θέλει να είναι μαλάκας, προσπαθεί να είναι μαλάκας, ξέρει πως είναι μαλάκας και απολαμβάνει το ό,τι είναι μαλάκας. Και, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι πολύ καλός στο να είναι μαλάκας.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως όροι όπως "εκλάμψεις μαλακίας", "στιγμιαία μαλακία" ή "κατά λάθος μαλακία" είναι εντελώς αδόκιμοι και δεν χρησιμοποιούνται την ίδια ώρα που εκφράσεις όπως "καλός μαλάκας είσαι", "πολύ μαλάκας ρε αδερφέ μου" και "μεγάλη μαλακία" χρησιμοποιούνται ευρέως σε όλες τις γλώσσες.
Άμεση παρενέργεια της μαλακίας, η οποία συχνά συγχέεται με την ίδια τη μαλακία, αποτελεί ο αποκαλούμενος "εξυπνακισμός". Αν και το συντριπτικό ποσοστό των εξυπνάκηδων είναι κατ'ουσίαν πρακτικά μαλάκες παρατηρούνται και περιπτώσεις όπου οι δύο ιδιότητες δε συνυπάρχουν.
Τρανό παράδειγμα αποτελεί ο Θεός. Όπως και να τον αποκαλέσουμε ( Βούδα, Κρίσνα, Αλλάχ, Δία ή απλά Θεό) δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός πως είναι - ή ήταν - μαλάκας. Την ίδια ώρα θα πρέπει να του αναγνωρίσουμε και το ελαφρυντικό πως δεν είναι - ή ήταν - εξυπνάκιας. Ο εξυπνάκιας έχει ως μοναδικό του στόχο να φανεί πιο έξυπνος από τους υπόλοιπους. Όμως πως μπορεί να είναι εξυπνάκιας ένα ον το οποίο δεν έχει ανθρώπινη μορφή, δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον άνθρωπο και δεν μπορεί να του δώσει καμία χειροπιαστή απόδειξη ότι υπάρχει και άρα δεν μπορεί να συγκριθεί με τους γύρω του; Αδύνατο.
Κλείνοντας πρέπει να αναφέρουμε και μία διαχρονική διαπίστωση που ισχύει φυσικά και στις μέρες μας.
Είναι γενικά αποδεκτό πως οι βλάκες είναι παντού ανάμεσά μας. Τους βλέπουμε γύρω μας, πολλές φορές ζούμε μαζί τους, μπορεί ακόμα να είμαστε και οι ίδιοι αγνοί, ανίδεοι βλάκες χωρίς συναίσθηση του ταλέντου μας. Αλλά τις περισσότερες φορές δε μας βλάπτουν. Συχνά μάλιστα μας ομορφαίνουν τη ζωή και μας διασκεδάζουν χαρίζοντάς μας γέλιο με τις πράξεις τους.
Οι μαλάκες όμως, και αυτό είναι το χειρότερο, είναι από πάνω μας. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον δημιουργό μας που έκανε τη μεγαλύτερη μαλακία δημιουργώντας τον άνθρωπο - κατ'εικόνα και καθ'όμοίωσίν του για να μην ξεχνιόμαστε - και προχωρώντας προς τα κάτω σε αυτοκράτορες και βασιλείς, σε δικτάτορες παλαιού και καινούριου τύπου, σε πρωθυπουργούς, υπουργούς και διευθυντές και καταλήγοντας στο υπέρτατο είδος μαλάκα στα αφεντικά.
Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010
Εργασία
Η επαγγελματική επιτυχία του σύγχρονου ανθρώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και ευθέως ανάλογη με το χαρτί που καταναλώνει.
Όσα περισσότερα συμπληρωμένα χαρτιά παράγεις τόσο περισσότερα τυπωμένα χαρτιά - αυτή τη φορά σε μορφή χαρτονομισμάτων - θα πάρεις. Αν το καλοσκεφτούμε η σημερινή μας επαγγελματική σταδιοδρομία δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα εμπόριο· από μία διαρκή ανταλλαγή μελανιού και εγγράφων.
Ο σύγχρονος άνθρωπος χωρίς να το επιδιώκει, και σίγουρα χωρίς να το συνειδητοποιεί, έχει επιστρέψει στο παλιό, αρχέγονο ανταλλακτικό σύστημα.
Μόνο που αντί να ανταλλάσει σιτάρι για γάλα και πέταλα, ξοδεύει τον χρόνο του για να πάρει χαρτιά, να τα συμπληρώσει και να τα ανταλλάξει με χρήματα.
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
Τρίτη 3 Αυγούστου 2010
Στιγμή
Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως στην ζωή τις μεγάλες αποφάσεις τις παίρνουμε εμείς οι ίδιοι. Στην ουσία όμως δεν είμαστε εμείς εκείνοι που αποφασίζουμε. Είναι η στιγμή.
Κατά βάση υπάρχουν δύο θεωρίες για την στιγμή.
Η μία είναι η θεωρία της μοναδικότητας της στιγμής.
Η δεύτερη είναι η θεωρία του συνεχούς της στιγμής.
Αν είσαι από εκείνους που πιστεύουν στην μοναδικότητα της στιγμής τότε θα πρέπει να υποστηρίζεις - και θα πρέπει να το κάνεις τόσο σθεναρά που στο τέλος να καταλήγεις να θυσιάζεις πολλές από τις μοναδικές αυτές στιγμές της ζωής σου υπερασπιζόμενος την θεωρία σου - πως κάθε στιγμή γεννιέται και πεθαίνει ακαριαία. Πως η έννοια της στιγμής είναι απολύτως κβαντισμένη και όλες οι στιγμές έχουν μία συγκεκριμένη διάρκεια, ας την ονομάσουμε στιγμιόνιο και καμία στιγμή δεν μπορεί να διαρκέσει ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο από ένα στιγμιόνιο. Και πως η ζωή μας δεν είναι τίποτα παραπάνω από το ολοκλήρωμα όλων αυτών των στιγμών. Ένα χρονικό εμβαδό πάνω στο οποίο στηρίζουμε τα πόδια μας και ζούμε.
Από εκεί και πέρα το πως θα στηριχθούμε και το πως θα ζήσουμε είναι καθαρά θέμα επιλογής. Το σίγουρο είναι πως αυτό που θα πρέπει να κάνουμε εμείς, ως ανθρώπινα και νοήμοντα όντα, είναι προπόνηση. Προπόνηση με στόχο να καταφέρουμε να εκμεταλλευτούμε την κάθε στιγμή πριν αυτή τελειώσει.
Πως γίνεται αυτό; Ιδέα δεν έχω. Βρείτε το μόνοι σας. Όπως σε όλες τις θεωρίες έτσι και εδώ απάντηση δεν υπάρχει. Άλλωστε η απόσταση από την θεωρία στην πράξη είναι πάντοτε πολύ πολύ μεγάλη.
Από την άλλη, αν είσαι από εκείνους που γοητεύονται από το συνεχές της στιγμής τότε πολύ απλά πιστεύεις πως όλη σου η ζωή είναι μία στιγμή. Και πως αυτή η στιγμή μπορεί να μεταμορφώνεται οποτεδήποτε και οπουδήποτε σε ο,τιδήποτε. Απλά τα πράγματα. Μπερδεύτηκες; Λογικότατο.
Σκέψου την στιγμή της γέννησής σου, την στιγμή που πρωτοπερπάτησες, πρωτομίλησες, πρωτοέμαθες, πρωτοερωτεύτηκες. Και μετά σκέψου την δεύτερη στιγμή που περπάτησες, μίλησες και ούτω καθεξής. Την θυμάσαι; Μάλλον όχι. Κι όμως. Είναι ακριβώς η ίδια στιγμή μεταμορφωμένη.
Γιατί το εκπληκτικότερο γεγονός με τις στιγμές είναι το γεγονός πως μπορούν και μεταμορφώνονται τόσο άψογα που μας ξεγελούν όσες φορές και αν τις ξαναζήσουμε.
Υπάρχει όμως και μία τρίτη θεωρία. Η πιο ριζοσπαστική από όλες και κατά συνέπεια η πιο σκοτεινή, η λιγότερο αγαπητή και σίγουρα η λιγότερο δημοφιλής. Σύμφωνα με αυτήν, όπως κάθε τι στον κόσμο μας, έτσι και οι στιγμές γεννιούνται. Κάθε στιγμή της ζωής μας γεννιέται μαζί μας, μεγαλώνει μαζί μας κι άλλοτε πεθαίνει πριν από εμάς στην πορεία ή μας συντροφεύει μέχρι τα βαθιά γεράματά μας και τον θάνατό μας.
Έτσι σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχούν άπειρες στιγμές.
Με πρώτη την στιγμή της γέννησής του και τελευταία την στιγμή που αφήνει την τελευταία του ανάσα να βγει από το στόμα του.
Σύμφωνα με τους θιασώτες της συγκεκριμένης θεωρίας η ζωή μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία οδός που μας οδηγεί από την στιγμή της γέννησής μας σε εκείνη του θανάτου μας.
Και αυτό που εμείς οι άνθρωποι ονομάζουμε πορεία της ζωής δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία συνεχή εναλλαγή γεννήσεων και θανάτων των ίδιων των στιγμών της ζωής μας.
Προσέξτε όμως. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή οι στιγμές δεν έχουν αυστηρά καθορισμένη διάρκεια.
Το αν θα ζήσουν λίγο ή περισσότερο εξαρτάται μόνο από εμάς τους ίδιους.
Μην μου πείτε πως δεν σας έχει τύχει να πονέσετε τόσο πολύ που ο χρόνος να σας φανεί σαν να μην περνάει.
Ή πως ένα φιλί ή ένα χάδι δεν έχει ζήσει στο μυαλό σας για ώρες, μήνες ακόμα και για χρόνια;
Ή πως δεν έχετε κυνηγήσει μέσα στο μυαλό σας αναμνήσεις που γεννιούνται και πεθαίνουν σε κλάσματα δευτερολέπτων γεμίζοντάς σας απογοήτευση με την εξαφάνισή τους;
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αυτό που κάνατε είτε ακούσια είτε εκούσια είναι απλά να επιλέξετε ή να σκοτώσετε την στιγμή ή να την αφήσετε να ζήσει παραπάνω.
Ό,τι όμως και να κάνουμε εμείς, ό,τι και αν πιστεύουμε για τις στιγμές ένα πράγμα είναι σίγουρο.
Η στιγμή που δύο άνθρωποι θα νιώσουν αυτό που οι άσχετοι ονομάζουν τυχαίο σκίρτημα είναι μοναδική.
Και ξεφεύγει από όλες τις παραπάνω θεωρίες. Ή μάλλον είναι κάτι από όλα. Όπως το δει ο καθένας. Ας την ονομάσουμε στιγμή όλων των θεωριών.
Η στιγμή αυτή λοιπόν είναι μοναδική γιατί μόνο εκείνη μπορεί να ενώσει τους δύο συγκεκριμένους ανθρώπους.
Ταυτόχρονα αποτελεί τον ειδικό της μεταμόρφωσης αφού έχει την μοναδική ικανότητα να παίρνει όσες μορφές της είναι απαραίτητο για να πετύχει τον σκοπό της.
Και το κυριότερο από όλα. Είναι η μοναδική αθάνατη στιγμή.
Το γιατί θα σας το εξηγήσω όταν γυρίσω από τις διακοπές μου.
Καλό καλοκαίρι!
Κατά βάση υπάρχουν δύο θεωρίες για την στιγμή.
Η μία είναι η θεωρία της μοναδικότητας της στιγμής.
Η δεύτερη είναι η θεωρία του συνεχούς της στιγμής.
Αν είσαι από εκείνους που πιστεύουν στην μοναδικότητα της στιγμής τότε θα πρέπει να υποστηρίζεις - και θα πρέπει να το κάνεις τόσο σθεναρά που στο τέλος να καταλήγεις να θυσιάζεις πολλές από τις μοναδικές αυτές στιγμές της ζωής σου υπερασπιζόμενος την θεωρία σου - πως κάθε στιγμή γεννιέται και πεθαίνει ακαριαία. Πως η έννοια της στιγμής είναι απολύτως κβαντισμένη και όλες οι στιγμές έχουν μία συγκεκριμένη διάρκεια, ας την ονομάσουμε στιγμιόνιο και καμία στιγμή δεν μπορεί να διαρκέσει ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο από ένα στιγμιόνιο. Και πως η ζωή μας δεν είναι τίποτα παραπάνω από το ολοκλήρωμα όλων αυτών των στιγμών. Ένα χρονικό εμβαδό πάνω στο οποίο στηρίζουμε τα πόδια μας και ζούμε.Από εκεί και πέρα το πως θα στηριχθούμε και το πως θα ζήσουμε είναι καθαρά θέμα επιλογής. Το σίγουρο είναι πως αυτό που θα πρέπει να κάνουμε εμείς, ως ανθρώπινα και νοήμοντα όντα, είναι προπόνηση. Προπόνηση με στόχο να καταφέρουμε να εκμεταλλευτούμε την κάθε στιγμή πριν αυτή τελειώσει.
Πως γίνεται αυτό; Ιδέα δεν έχω. Βρείτε το μόνοι σας. Όπως σε όλες τις θεωρίες έτσι και εδώ απάντηση δεν υπάρχει. Άλλωστε η απόσταση από την θεωρία στην πράξη είναι πάντοτε πολύ πολύ μεγάλη.
Από την άλλη, αν είσαι από εκείνους που γοητεύονται από το συνεχές της στιγμής τότε πολύ απλά πιστεύεις πως όλη σου η ζωή είναι μία στιγμή. Και πως αυτή η στιγμή μπορεί να μεταμορφώνεται οποτεδήποτε και οπουδήποτε σε ο,τιδήποτε. Απλά τα πράγματα. Μπερδεύτηκες; Λογικότατο.
Σκέψου την στιγμή της γέννησής σου, την στιγμή που πρωτοπερπάτησες, πρωτομίλησες, πρωτοέμαθες, πρωτοερωτεύτηκες. Και μετά σκέψου την δεύτερη στιγμή που περπάτησες, μίλησες και ούτω καθεξής. Την θυμάσαι; Μάλλον όχι. Κι όμως. Είναι ακριβώς η ίδια στιγμή μεταμορφωμένη.
Γιατί το εκπληκτικότερο γεγονός με τις στιγμές είναι το γεγονός πως μπορούν και μεταμορφώνονται τόσο άψογα που μας ξεγελούν όσες φορές και αν τις ξαναζήσουμε.
Υπάρχει όμως και μία τρίτη θεωρία. Η πιο ριζοσπαστική από όλες και κατά συνέπεια η πιο σκοτεινή, η λιγότερο αγαπητή και σίγουρα η λιγότερο δημοφιλής. Σύμφωνα με αυτήν, όπως κάθε τι στον κόσμο μας, έτσι και οι στιγμές γεννιούνται. Κάθε στιγμή της ζωής μας γεννιέται μαζί μας, μεγαλώνει μαζί μας κι άλλοτε πεθαίνει πριν από εμάς στην πορεία ή μας συντροφεύει μέχρι τα βαθιά γεράματά μας και τον θάνατό μας.
Έτσι σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχούν άπειρες στιγμές.
Με πρώτη την στιγμή της γέννησής του και τελευταία την στιγμή που αφήνει την τελευταία του ανάσα να βγει από το στόμα του.
Σύμφωνα με τους θιασώτες της συγκεκριμένης θεωρίας η ζωή μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία οδός που μας οδηγεί από την στιγμή της γέννησής μας σε εκείνη του θανάτου μας.
Και αυτό που εμείς οι άνθρωποι ονομάζουμε πορεία της ζωής δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία συνεχή εναλλαγή γεννήσεων και θανάτων των ίδιων των στιγμών της ζωής μας.
Προσέξτε όμως. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή οι στιγμές δεν έχουν αυστηρά καθορισμένη διάρκεια.
Το αν θα ζήσουν λίγο ή περισσότερο εξαρτάται μόνο από εμάς τους ίδιους.
Μην μου πείτε πως δεν σας έχει τύχει να πονέσετε τόσο πολύ που ο χρόνος να σας φανεί σαν να μην περνάει.
Ή πως ένα φιλί ή ένα χάδι δεν έχει ζήσει στο μυαλό σας για ώρες, μήνες ακόμα και για χρόνια;
Ή πως δεν έχετε κυνηγήσει μέσα στο μυαλό σας αναμνήσεις που γεννιούνται και πεθαίνουν σε κλάσματα δευτερολέπτων γεμίζοντάς σας απογοήτευση με την εξαφάνισή τους;
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αυτό που κάνατε είτε ακούσια είτε εκούσια είναι απλά να επιλέξετε ή να σκοτώσετε την στιγμή ή να την αφήσετε να ζήσει παραπάνω.
Ό,τι όμως και να κάνουμε εμείς, ό,τι και αν πιστεύουμε για τις στιγμές ένα πράγμα είναι σίγουρο.
Η στιγμή που δύο άνθρωποι θα νιώσουν αυτό που οι άσχετοι ονομάζουν τυχαίο σκίρτημα είναι μοναδική.
Και ξεφεύγει από όλες τις παραπάνω θεωρίες. Ή μάλλον είναι κάτι από όλα. Όπως το δει ο καθένας. Ας την ονομάσουμε στιγμή όλων των θεωριών.
Η στιγμή αυτή λοιπόν είναι μοναδική γιατί μόνο εκείνη μπορεί να ενώσει τους δύο συγκεκριμένους ανθρώπους.
Ταυτόχρονα αποτελεί τον ειδικό της μεταμόρφωσης αφού έχει την μοναδική ικανότητα να παίρνει όσες μορφές της είναι απαραίτητο για να πετύχει τον σκοπό της.
Και το κυριότερο από όλα. Είναι η μοναδική αθάνατη στιγμή.
Το γιατί θα σας το εξηγήσω όταν γυρίσω από τις διακοπές μου.
Καλό καλοκαίρι!
Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010
Ο φούρνος της γιαγιάς
Ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών παιδί όταν πρωτοπάτησα το πόδι μου στο χωριό. Από τότε, και μέχρι πριν από μερικά χρόνια που μας άφησε ο παππούς ο Αηδόνης, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου ανυπομονούσα να πάω στο χωριό μου.
Το χωριό μου - Γλούστα για τους ντόπιους, Κεφαλοχώρι για τους χάρτες - βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ηπείρου πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλβανία. Είναι ένα πανέμορφο ηπειρώτικο χωριό ξεχασμένο από όλους. Από τους κατοίκους που κάποτε γέμιζαν τους δρόμους του και του έδιναν ζωή, αλλά και από το κράτος που δεν ξεχνάει ποτέ να πάρει χρήματα αλλά ξεχνάει ανελλειπώς να τα επιστρέψει.
Μόνο η άγρια φύση μοιάζει να απολαμβάνει τα απομεινάρια του χωριού μου φροντίζοντας χρόνο με τον χρόνο να αγκαλιάζει με δέντρα και χόρτα τα παρατημένα σπίτια, την πλατεία της Παλιακούλας, τις τρεις εκκλησίες του χωριού και την παραδοσιακή μας βρύση, την Μπιτσινάρα.
Σε αυτό το χωριό, στο πατρικό σπίτι της μητέρας μου ήταν και η πρώτη φορά που είδα τον φούρνο της γιαγιάς μου.
Τον φούρνο τον είχαν φτιάξει στην μπροστινή αυλή του σπιτιού ακριβώς δίπλα στην πόρτα που οδηγούσε στο κατώι και απέναντι από τον σωρό με τα ξύλα. Για να πας στον φούρνο έπρεπε να κατέβεις τρία σκαλάκια τα οποία ήταν συνήθως γεμάτα κλαδάκια και πεσμένα φύλλα.
Το σχήμα του ήταν σαν το πάνω μέρος ενός αβγού που το είχαν κόψει στην μέση και μπροστά στην μικρή πορτούλα που χρησίμευε για να βάζει και να βγάζει η γιαγιά τα ξύλα και τα ταψιά υπήρχε τοποθετημένο ένα κομμάτι λαμαρίνας το οποίο κράταγαν στην θέση του ένα τούβλο και ένα μικρό κομμάτι ξύλο.
Η γιαγιά μου η Ευγενία, η Αηδόνοβα όπως την φώναζαν στο χωριό, ήταν ο ορισμός της ηπειρώτισσας γιαγιάς. Μικροκαμωμένη, μαυροφορεμένη, με το μαντήλι τυλιγμένο στο κεφάλι της και μονίμως ακούραστη και αεικίνητη. Όταν δεν την έβρισκες μπροστά από τον φούρνο της να ψήνει πίτες και σκληρό χωριάτικο ψωμί την έβρισκες στον κήπο κάτω από το σπίτι να φροντίζει τα καλαμπόκια της ή να μαζεύει με το φτυάρι τις χελώνες για να μην της τρώνε τα ζαρζαβατικά.
Την πρώτη φορά που την συνάντησα ήταν στο χωριό όταν είχαμε πρωτοέρθει από την Αμερική. Μικρό παιδί εγώ τότε, έλεγα χωρίς να το σκεφτώ ό,τι μου κατέβαινε στο κεφάλι.
-Μαμά! Τι λέει η γιαγιά; Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Θέλω λεξικό για να την καταλάβω, έλεγα προκαλώντας τα γέλια των γύρω μου.
- Ούι ζγούρι μου,ούι νιαγρέλι μου ήταν η απάντηση της γιαγιάς και ακολουθούσε πάντα μία αγκαλιά και ένα φιλί στο μάγουλο.
Αργότερα όταν έμαθα να συνεννοούμαι με την γιαγιά πήρα θάρρος και δεν άργησα να έχω απαιτήσεις.
-Γιαγιά γιαγιά θα μου φτιάξεις μακαρονόπιτα να φάω;
Δεν προλάβαινα να το πω και η πίτα έβγαινε ζεστή ζεστή από τον φούρνο με τα ξύλα.
Όταν έβγαινε η πίτα τα πάντα σταματούσαν. Στην αρχή άκουγες μόνο το τσιτσίρισμα από τα ξύλα.
Κι όταν η γιαγιά άνοιγε την πορτούλα του φούρνου και ο καπνός άρχιζε να βγαίνει από μέσα σε χτυπούσε μία μυρωδάτη ζέστη που έκανε σιγά σιγά τα σάλια σου να τρέχουν.
Η πίτα έβγαινε από τον φούρνο πάνω στο ξύλινο φτυάρι της γιαγιάς και εμείς τα παιδιά απλά περιμέναμε κάποια από τις μανάδες να την κόψει για να αρχίσουμε να τρώμε.
Ακόμα και σήμερα όσους τόπους και να έχω γυρίσει, όσες γεύσεις και να έχω δοκιμάσει δεν έχω βρει πιο νόστιμο φαγητό από την μακαρονόπιτα της γιαγιάς. Όσες πίτες και να έχω φάει ξέρω πως η πίτα της γιαγιάς ήταν μία και μοναδική.
Ξέρω επίσης πως δεν πρόκειται να την ξαναδοκιμάσω.
Γιατί η γιαγιά μου έφυγε.
Πήγε να ξεκουραστεί.
Πήγε να βρει τον παππού μου τον Αηδόνη.


Και είμαι σίγουρος πως την στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές είναι και οι δυο τους ξαπλωμένοι δίπλα στο τζάκι με παρέα τον γιό τους τον Θανάση και όλοι μαζί κοιτάνε ευτυχισμένοι τα κομμάτια του εαυτού τους που άφησαν για κληρονομιά.
Τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους και τα δισέγγονά τους.
Τον Παναγιώτη, τον Γιώργο, τον Γιάννη, τον Τάκη, την Μάτω, την Χρυσούλα, την Ευγενία, την Μαρία, τον Αλέξη, τον Σωτήρη, τον Δονάτο (Αηδόνη), τον Αντώνη και όλα τα άλλα παιδιά που έχουν φάει τόσες φορές από την πίτα της γιαγιάς και έχουν παίξει κολτσίνα στο κρεβάτι του παππού δίπλα στο τζάκι ακούγοντας ιστορίες από τον πόλεμο.
Σε ευχαριστώ γιαγιά για τις πίτες!
Σε ευχαριστώ παππού για το όνομα!
Το χωριό μου - Γλούστα για τους ντόπιους, Κεφαλοχώρι για τους χάρτες - βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ηπείρου πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλβανία. Είναι ένα πανέμορφο ηπειρώτικο χωριό ξεχασμένο από όλους. Από τους κατοίκους που κάποτε γέμιζαν τους δρόμους του και του έδιναν ζωή, αλλά και από το κράτος που δεν ξεχνάει ποτέ να πάρει χρήματα αλλά ξεχνάει ανελλειπώς να τα επιστρέψει.
Μόνο η άγρια φύση μοιάζει να απολαμβάνει τα απομεινάρια του χωριού μου φροντίζοντας χρόνο με τον χρόνο να αγκαλιάζει με δέντρα και χόρτα τα παρατημένα σπίτια, την πλατεία της Παλιακούλας, τις τρεις εκκλησίες του χωριού και την παραδοσιακή μας βρύση, την Μπιτσινάρα.
Σε αυτό το χωριό, στο πατρικό σπίτι της μητέρας μου ήταν και η πρώτη φορά που είδα τον φούρνο της γιαγιάς μου.
Τον φούρνο τον είχαν φτιάξει στην μπροστινή αυλή του σπιτιού ακριβώς δίπλα στην πόρτα που οδηγούσε στο κατώι και απέναντι από τον σωρό με τα ξύλα. Για να πας στον φούρνο έπρεπε να κατέβεις τρία σκαλάκια τα οποία ήταν συνήθως γεμάτα κλαδάκια και πεσμένα φύλλα.
Το σχήμα του ήταν σαν το πάνω μέρος ενός αβγού που το είχαν κόψει στην μέση και μπροστά στην μικρή πορτούλα που χρησίμευε για να βάζει και να βγάζει η γιαγιά τα ξύλα και τα ταψιά υπήρχε τοποθετημένο ένα κομμάτι λαμαρίνας το οποίο κράταγαν στην θέση του ένα τούβλο και ένα μικρό κομμάτι ξύλο.
Η γιαγιά μου η Ευγενία, η Αηδόνοβα όπως την φώναζαν στο χωριό, ήταν ο ορισμός της ηπειρώτισσας γιαγιάς. Μικροκαμωμένη, μαυροφορεμένη, με το μαντήλι τυλιγμένο στο κεφάλι της και μονίμως ακούραστη και αεικίνητη. Όταν δεν την έβρισκες μπροστά από τον φούρνο της να ψήνει πίτες και σκληρό χωριάτικο ψωμί την έβρισκες στον κήπο κάτω από το σπίτι να φροντίζει τα καλαμπόκια της ή να μαζεύει με το φτυάρι τις χελώνες για να μην της τρώνε τα ζαρζαβατικά.
Την πρώτη φορά που την συνάντησα ήταν στο χωριό όταν είχαμε πρωτοέρθει από την Αμερική. Μικρό παιδί εγώ τότε, έλεγα χωρίς να το σκεφτώ ό,τι μου κατέβαινε στο κεφάλι.
-Μαμά! Τι λέει η γιαγιά; Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Θέλω λεξικό για να την καταλάβω, έλεγα προκαλώντας τα γέλια των γύρω μου.
- Ούι ζγούρι μου,ούι νιαγρέλι μου ήταν η απάντηση της γιαγιάς και ακολουθούσε πάντα μία αγκαλιά και ένα φιλί στο μάγουλο.
Αργότερα όταν έμαθα να συνεννοούμαι με την γιαγιά πήρα θάρρος και δεν άργησα να έχω απαιτήσεις.
-Γιαγιά γιαγιά θα μου φτιάξεις μακαρονόπιτα να φάω;
Δεν προλάβαινα να το πω και η πίτα έβγαινε ζεστή ζεστή από τον φούρνο με τα ξύλα.
Όταν έβγαινε η πίτα τα πάντα σταματούσαν. Στην αρχή άκουγες μόνο το τσιτσίρισμα από τα ξύλα.
Κι όταν η γιαγιά άνοιγε την πορτούλα του φούρνου και ο καπνός άρχιζε να βγαίνει από μέσα σε χτυπούσε μία μυρωδάτη ζέστη που έκανε σιγά σιγά τα σάλια σου να τρέχουν.
Η πίτα έβγαινε από τον φούρνο πάνω στο ξύλινο φτυάρι της γιαγιάς και εμείς τα παιδιά απλά περιμέναμε κάποια από τις μανάδες να την κόψει για να αρχίσουμε να τρώμε.
Ακόμα και σήμερα όσους τόπους και να έχω γυρίσει, όσες γεύσεις και να έχω δοκιμάσει δεν έχω βρει πιο νόστιμο φαγητό από την μακαρονόπιτα της γιαγιάς. Όσες πίτες και να έχω φάει ξέρω πως η πίτα της γιαγιάς ήταν μία και μοναδική.
Ξέρω επίσης πως δεν πρόκειται να την ξαναδοκιμάσω.
Γιατί η γιαγιά μου έφυγε.
Πήγε να ξεκουραστεί.
Πήγε να βρει τον παππού μου τον Αηδόνη.

Και είμαι σίγουρος πως την στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές είναι και οι δυο τους ξαπλωμένοι δίπλα στο τζάκι με παρέα τον γιό τους τον Θανάση και όλοι μαζί κοιτάνε ευτυχισμένοι τα κομμάτια του εαυτού τους που άφησαν για κληρονομιά.
Τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους και τα δισέγγονά τους.
Τον Παναγιώτη, τον Γιώργο, τον Γιάννη, τον Τάκη, την Μάτω, την Χρυσούλα, την Ευγενία, την Μαρία, τον Αλέξη, τον Σωτήρη, τον Δονάτο (Αηδόνη), τον Αντώνη και όλα τα άλλα παιδιά που έχουν φάει τόσες φορές από την πίτα της γιαγιάς και έχουν παίξει κολτσίνα στο κρεβάτι του παππού δίπλα στο τζάκι ακούγοντας ιστορίες από τον πόλεμο.
Σε ευχαριστώ γιαγιά για τις πίτες!
Σε ευχαριστώ παππού για το όνομα!
Με πολλή αγάπη,
Το εγγονάκι σας
Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010
Προσευχή
Θεέ μου εσύ που όλα τα ξέρεις και όλα τα βλέπεις, αν υπάρχεις, βοήθησέ με σε παρακαλώ!
Είμαι άρρωστος. Θέλω να φύγω. Να φύγω μακριά από τούτο τον τόπο και να μην ξαναγυρίσω ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει που θα καταλήξω. Δεν με ενδιαφέρει πως θα καταλήξω.
Τα βαρέθηκα όλα. Μα πιο πολύ βαρέθηκα τον εαυτό μου. Τον μισώ. Αυτό το κουφάρι ανθρώπου που σέρνω μαζί μου με αηδιάζει. Το σιχαίνομαι. Περιφέρομαι εδώ και εκεί χωρίς καμία όρεξη. Κουράστηκα. Δεν μπορώ άλλο.
Μα δεν ήμουν πάντοτε έτσι. Κάποτε είχα όρεξη. Σχεδόν το θυμάμαι. Είχα όρεξη να μάθω, να νιώσω, να ζήσω. Περίμενα ανυπόμονα κάθε ανάσα και την ρουφούσα σαν να ήταν η τελευταία μου.
Αλλά όχι πια. Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ να ζήσω άλλο ανάμεσα σε ρομποτάκια. Ανάμεσα σε άψυχα κιβώτια με χέρια και πόδια που κυνηγούν και κυνηγιούνται από το χρήμα και την απληστία.
Θέλω να κλείσω τα μάτια μου και όταν αποφασίσω να τα ανοίξω να αντικρύσω έναν κόσμο απλό. Έναν κόσμο ασπρόμαυρο.
Για αυτό Θεούλη μου σε παρακαλώ, αν υπάρχεις, φτιάξε μου έναν μικρό πλανήτη και στείλε με εκεί. Θα πάω μόνος μου. Και εγώ σου υπόσχομαι πως θα τα ξεχάσω όλα. Και θα σταματήσω να θυμάμαι.
Αμήν!
Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010
Μονόλογος
- Ρε φιλαράκι είσαι πολύ τυχερός άνθρωπος. Μιλάμε για μεγάλη κωλοφαρδία.
-Τι εννοείς;
-Να ρε φίλε. Εσύ ό,τι και να θες να κάνεις θα σου συμβεί. Πώς να το πω; Σου έρχονται όλα πάντα δεξιά ρε συ. Και το γαμώτο είναι πως δεν προσπαθείς καν. Κι αυτό φαίνεται.
-Δεν είναι έτσι. Κάνεις λάθος. Καταρχήν δεν κάνω ό,τι θέλω. Καλή η παρέα σου, αλλά αν έκανα ό,τι ήθελα αυτή την στιγμή δεν θα ήμουν εδώ μαζί σου να μπεκροπίνω. Θα ήμουν σε κάποια παραλία ξαπλωμένος κάτω από την ομπρέλα μου να λιάζομαι και να προβληματίζομαι για το αν η καϊπιρίνια μου θέλει περισσότερη κασσάσα ή ακόμα μία τζουρίτσα ζάχαρη. Και δίπλα μου θα είχα ένα χαρεμάκι από δροσερά κοριτσάκια να μου κάνουν όλα τα χατήρια. Τώρα για το αν είμαι τυχερός τι να σου πω; Εξαρτάται τι εννοείς όταν λες τύχη. Αλήθεια τι εννοείς;
-Τύχη είναι να σου έρχονται όλα όπως τα θες, όπως τα σχεδιάζεις. Ή ακόμα κι όταν σου συμβαίνει κάτι απρόβλεπτο να είναι κάτι που σου αρέσει κι όχι κάτι που σε στεναχωρεί.
-Νομίζω πως σε καταλαβαίνω. Η αλήθεια μου όμως είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να πω πως πιστεύω στην τύχη. Τουλάχιστον όχι με την κλασική έννοια του όρου. Στο μυαλό μου τύχη είναι η ιδιότητα συγκεκριμένων ανθρώπων να αγνοούν τις στιγμές εκείνες στην ζωή τους, τις οποίες όλοι οι υπόλοιποι από εμάς χαρακτηρίζουμε ως ατυχίες. Στην ουσία τύχη είναι η αναισθησία απέναντι στην ατυχία. Η αντιμετώπιση των ατυχιών με μία σειρά από ειλικρινή αβίαστα χαμόγελα. Με αυτή την έννοια τότε ίσως υπάρχει και τύχη. Αλλά όχι όπως το εννοείς εσύ ή οι γύρω μας.
-Νομίζω πως σε έχασα λίγο εδώ. Δηλαδή μου λες πως τύχη είναι η απουσία της ατυχίας;
-Όχι. Σου λέω πως η τύχη είναι απλά μία ψυχική κατάσταση. Και αν το σκεφτείς λίγο περισσότερο είναι απλά μία επιλογή ζωής. Τα πάντα στην ζωή μας εξαρτώνται από εμάς. Για αυτό την λέμε και ζωή ΜΑΣ. Οπότε διαλέγεις και παίρνεις. Είτε συμβιβάζεσαι με την ατυχία σου, είτε την αγνοείς και ζεις μία τυχερή ζωή. Απλά επιλέγεις να μην γυρνάς το κεφάλι προς τα αριστερά και αφήνεσαι να οδηγηθείς προς τα εκεί που όλα σου έρχονται δεξιά. Πως σου φαίνεται;
-Δεν ξέρω. Με μπέρδεψες. Θα'μαι τυχερός αν θυμάμαι τα μισά από όσα μου είπες μετά από το επόμενο ποτό.
-Να το κεράσω;
-Ναι αμέ.
-Τι εννοείς;
-Να ρε φίλε. Εσύ ό,τι και να θες να κάνεις θα σου συμβεί. Πώς να το πω; Σου έρχονται όλα πάντα δεξιά ρε συ. Και το γαμώτο είναι πως δεν προσπαθείς καν. Κι αυτό φαίνεται.
-Δεν είναι έτσι. Κάνεις λάθος. Καταρχήν δεν κάνω ό,τι θέλω. Καλή η παρέα σου, αλλά αν έκανα ό,τι ήθελα αυτή την στιγμή δεν θα ήμουν εδώ μαζί σου να μπεκροπίνω. Θα ήμουν σε κάποια παραλία ξαπλωμένος κάτω από την ομπρέλα μου να λιάζομαι και να προβληματίζομαι για το αν η καϊπιρίνια μου θέλει περισσότερη κασσάσα ή ακόμα μία τζουρίτσα ζάχαρη. Και δίπλα μου θα είχα ένα χαρεμάκι από δροσερά κοριτσάκια να μου κάνουν όλα τα χατήρια. Τώρα για το αν είμαι τυχερός τι να σου πω; Εξαρτάται τι εννοείς όταν λες τύχη. Αλήθεια τι εννοείς;
-Τύχη είναι να σου έρχονται όλα όπως τα θες, όπως τα σχεδιάζεις. Ή ακόμα κι όταν σου συμβαίνει κάτι απρόβλεπτο να είναι κάτι που σου αρέσει κι όχι κάτι που σε στεναχωρεί.
-Νομίζω πως σε καταλαβαίνω. Η αλήθεια μου όμως είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να πω πως πιστεύω στην τύχη. Τουλάχιστον όχι με την κλασική έννοια του όρου. Στο μυαλό μου τύχη είναι η ιδιότητα συγκεκριμένων ανθρώπων να αγνοούν τις στιγμές εκείνες στην ζωή τους, τις οποίες όλοι οι υπόλοιποι από εμάς χαρακτηρίζουμε ως ατυχίες. Στην ουσία τύχη είναι η αναισθησία απέναντι στην ατυχία. Η αντιμετώπιση των ατυχιών με μία σειρά από ειλικρινή αβίαστα χαμόγελα. Με αυτή την έννοια τότε ίσως υπάρχει και τύχη. Αλλά όχι όπως το εννοείς εσύ ή οι γύρω μας.
-Νομίζω πως σε έχασα λίγο εδώ. Δηλαδή μου λες πως τύχη είναι η απουσία της ατυχίας;
-Όχι. Σου λέω πως η τύχη είναι απλά μία ψυχική κατάσταση. Και αν το σκεφτείς λίγο περισσότερο είναι απλά μία επιλογή ζωής. Τα πάντα στην ζωή μας εξαρτώνται από εμάς. Για αυτό την λέμε και ζωή ΜΑΣ. Οπότε διαλέγεις και παίρνεις. Είτε συμβιβάζεσαι με την ατυχία σου, είτε την αγνοείς και ζεις μία τυχερή ζωή. Απλά επιλέγεις να μην γυρνάς το κεφάλι προς τα αριστερά και αφήνεσαι να οδηγηθείς προς τα εκεί που όλα σου έρχονται δεξιά. Πως σου φαίνεται;
-Δεν ξέρω. Με μπέρδεψες. Θα'μαι τυχερός αν θυμάμαι τα μισά από όσα μου είπες μετά από το επόμενο ποτό.
-Να το κεράσω;
-Ναι αμέ.
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
Desert Island Discs
Αν κάποια μέρα αποσυρόμουν σε ένα έρημο νησί με μόνη μου ευθύνη να καθαρίζω την άμμο από τις πεσμένες καρύδες και να φροντίζω ώστε οι ντόπιοι κάβουρες να μεταναστεύουν με ασφάλεια από την μία μεριά του νησιού στην άλλη τι μουσική θα ήθελα άραγε να ακούω;
Τι soundtrack θα επέλεγα για τις ατελείωτες ώρες που θα ξόδευα προσπαθώντας να αποβάλλω την κούραση και το άγχος της ημέρας;
Ποιο τραγούδι θα με έσπρωχνε σε όλο και βαθύτερες φιλοσοφικές αναζητήσεις;
Ποιος τραγουδιστής θα μου ξυπνούσε αναμνήσεις μίας προηγούμενης ζωής;
Ποια νότα θα με έκανε να αναπολήσω όσα ζούσα και να θυμηθώ τους ανθρώπους που άφησα πίσω μου;
Ποιο μουσικό χαλί θα ήθελα να απλώσω στην άμμο για να ξαπλώνω επάνω του να χαζεύω τον ουρανό και να χαμογελάω;
Και στο κάτω κάτω της γραφής τι σας νοιάζει εσάς;
Σάμπως και θα είστε εκεί για να ακούτε;
Εγώ όμως που θα είμαι εκεί θα ακούω τους παρακάτω δίσκους:
Desert Island Disks
Alice In Chains - MTV Unplugged
(...We chase misprinted lies...)
Tool - Aenema
( The One Only Love )
Joy Division - Closer
( Είναι δυνατόν ένας δίσκος να γεννήσει ένα συναίσθημα και να στο προσφέρει κάθε φορά που τον ακούς; Κι όμως είναι δυνατόν. Όταν αυτός ο δίσκος είναι το closer )
Queen - Greatest Hits I & II
( Ανάμνηση από τα 10 μου. Η είσοδός μου στον κόσμο της μουσικής δια φωνής Freddie Mercury )
Led Zeppelin - Led Zeppelin III
( Η βάση )
The Cure - Pornography
( Η μελαγχολία )
Godspeed You Black Emperor - f # a # oo
( Gagarin Συναυλία, Φοιτητική Εστία 2002-2005 Λιώσιμο, Βερολίνο-Δρέσδη- Πράγα Ταξίδι. Και τι δεν έχει κάνει αυτός ο δίσκος μαζί μου! )
Tindersticks - Curtains
( Το σοκ της μελωδίας του βιολιού στο Another Night In. Αξεπέραστο )
kyuss - Welcome to the Sky Valley
( kyuss και ξερό ψωμί )
Nine Inch Nails - The Fragile
( Ο μόνος δίσκος που καταφέρνει να με αποσπάσει από το διάβασμα. Το κατά Τάκη "πολυδαίδαλο μουσικό αριστούργημα" )
dEUS - Worst Case Scenario
( Πάτρα 2000. Πανεπιστήμιο. Φοιτητική Εστία. Στέκι . Άδειο. Ένας περίεργος μαλλιάς dj στρίβει τσιγάρα πασχίζοντας να βάλει την μουσική που του αρέσει όσο πιο δυνατά μπορεί. Ένας ταλαίπωρος πρωτοετής φοιτητής πολυτεχνείου έχει μόλις γυρίσει από την προβολή του American Beauty σοκαρισμένος από την βλακεία της συνοδού του. Πρέπει να πιει επειγόντως κάτι. Οι dEUS ανυποψίαστοι βιάζουν το ηχοσύστημα ουρλιάζοντας Friday 159 φορές μέσα σε 5'14" )
Johnny Cash - American III
( Αν υπάρχει Θεός και κάνει δώρα στα αυτιά μας και στις ψυχές μας τότε ο Johnny Cash ήταν η καλύτερη προσπάθειά του )
Future Sound of London - Cascade
( Πως μία απλή ιδέα μπορεί να φτιάξει έναν υπέροχο ηλεκτρονικό δίσκο )
Orbital - In Sides
( Φρέσκο σήμερα όσο και πριν από 14 χρόνια που κυκλοφόρησε )
Sigur Ros - () ( Ο καλύτερος δίσκος ενός κορυφαίου συγκροτήματος )
Σημ: Βασισμένο σε μία ιδέα του φίλου μου του Τάκη στον οποίο αφιερώνω όλα τα κοινά δισκάκια στις λίστες μας.
Σημ: της Σημ: Συγγνώμη Τάκη. Δεν έβαλα eloy γιατί με διαβάζουν και γυναίκες και θα παρεξηγηθώ.
Σημ 2: Μπορείτε να προτείνετε κι εσείς τα αγαπημένα σας δισκάκια. Υπόσχομαι πως θα τα ακούσω με προσοχή και θα τους δώσω την δέουσα προσοχή πριν τα κρίνω εντελώς απαράδεκτα και ακατάλληλα για να μπούνε στην λίστα μου.
Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010
Φόβος
Αν θελήσεις ποτέ να διαπιστώσεις αν κάποιος είναι πραγματικά ζωντανός, απλά τρόμαξέ τον. Κάντον να φοβηθεί. Απείλησέ τον λέγοντάς του πως θα του πάρεις όλα όσα έχουν για εκείνον την μεγαλύτερη αξία. Την δουλειά του, το σπίτι του, τους ανθρώπους που αγαπάει, ακόμα ακόμα και την ίδια του την ζωή.
Και αν εκείνη την στιγμή τον κοιτάξεις στα μάτια και δεις μία ψυχή πραγματικά φοβισμένη και τρομοκρατημένη τότε να είσαι σίγουρος πως έχεις μπροστά σου έναν ολοζώντανο άνθρωπο.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη για την απάθεια των ανθρώπων από το γεγονός πως καταλαβαίνουμε ότι ζούμε μόνο όταν φοβηθούμε.
Συνειδητοποιούμε πως έχουμε ψυχή μόνο όταν κάποιος απειλήσει την φυσική μας υπόσταση. Μόνο όταν κάποιος μας ταράξει για τα καλά.
Στην ουσία αν το καλοσκεφτούμε ζούμε ανάμεσα σε κατατρομαγμένους ανθρώπους. Παντού γύρω μας υπάρχουν ψυχές που τις διατηρεί στην ζωή ο φόβος της απώλειας.
Ο κόσμος μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία πισίνα γεμάτη με ψυχές που κολυμπούν διαρκώς στην ανασφάλεια. Άλλες κολυμπούν γρήγορα κι άλλες αργά. Μερικές απλά πνίγονται.
Δυστυχώς αυτή είναι η φύση του ανθρώπου. Είναι σχεδιασμένος να φοβάται ο,τιδήποτε δεν του αρκούν οι πέντε του αισθήσεις για να αντιληφθεί.
Ο,τιδήποτε δεν αγγίζει με τα χέρια του, ο,τιδήποτε δεν του σιγοψυθιρίζει ή δεν του φωνάζει μέσα στα αυτιά, ο,τιδήποτε δεν μπορεί να μυρίσει, να γευτεί ή να αγγίξει.
Οι αισθήσεις μας που μας είναι τόσο απαραίτητες για να ζήσουμε και που περιγράφουν τον κόσμο στον οποίο ζούμε λειτουργούν ανασταλτικά και μας περιορίζουν.
Αρκεί όμως για μία στιγμή να καταφέρουμε να νιώσουμε αντί να αισθανόμαστε. Να κλείσουμε τα μάτια μας και να απαρνηθούμε το φως ή να βουλώσουμε τα αυτιά μας και να διώξουμε μακριά τους ήχους.
Να πούμε ένα μεγαλοπρεπές ΟΧΙ σε όλες μας τις αισθήσεις.
Ίσως έτσι καταφέρουμε να σπάσουμε το φράγμα και να φτάσουμε στον πάτο της πισίνας. Και να βρούμε την τάπα που λέγεται φόβος και να την τραβήξουμε.
Και τότε η πισίνα σιγά σιγά θα αρχίζει να στερεύει.
Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των:
Ian Brown - F.E.A.R. (Unkle Remix)
Chris Cornell & Maynard James Keenan - (What's So Funny 'Bout) Peace, Love and Understanding
La Roux - Colourless Colour
Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010
Αγαπημένα βιβλία
Ποιο είναι το άρωμα της ζωής; Υπάρχει ελιξήριο αθανασίας; Πως μυρίζει; Τι χρώμα έχει;
Πόσοι τυφλοί κάνουν μία τυφλότητα; Τι θα έκανες αν όλοι γύρω σου ήταν τυφλοί κι εσύ μπορούσες ακόμα να δεις;
Ποια είναι η απάντηση στο μεγαλύτερο ερώτημα του σύμπαντος; Είναι η μελαγχολία επιλογή ή απλά αποτέλεσμα της βαρεμάρας; Αν πέσω από ψηλά κι απλά αστοχήσω αυτό σημαίνει πως μπορώ να πετάξω;
Που μπορεί να φτάσει ένας αρχαίος Αιγύπτιος γιατρός για την αγάπη;
Πόσο νερό χωράει σε ένα ξεραμένο πηγάδι; Ποιος πήρε την γάτα;
Για τις απαντήσεις σε όλες αυτές τις απορίες και σε άλλες πολλές μπορείτε να διαβάσετε τα παρακάτω βιβλία. Τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει μέχρι στιγμής στην ζωή μου.
Τόμ Ρόμπινς - Το άρωμα του ονείρου (Tom Robbins - Jitterbug Perfume)
Ζοσέ Σαραμάγκου - Περί τυφλότητας (Jose Saramago - Ensaio sobre a Cegueira)
Ντάγκλας Άνταμς - Γυρίστε τον γαλαξία με ωτοστόπ (Douglas Adams - Hitchhiker's guide to the Galaxy)
Μίκα Βάλταρι - Ο Αιγύπτιος (Mika Waltari - Sinuhe, egyptiläinen)
Χαρούκι Μουρακάμι - Το κουρδιστό πουλί (Haruki Murakami - The Winding Bird Chronicle)
Κι αν λόγω κρίσης δεν μπορείτε να τα αγοράσετε βάλτε μια φωνή και θα τα φέρω στην πόρτα σας.
Άλλωστε δεν υπάρχει πιο απάνθρωπος τρόπος να σκοτώσεις ένα βιβλίο από το να το αφήσεις να σαπίζει στην βιβλιοθήκη σου...
Πόσοι τυφλοί κάνουν μία τυφλότητα; Τι θα έκανες αν όλοι γύρω σου ήταν τυφλοί κι εσύ μπορούσες ακόμα να δεις;
Ποια είναι η απάντηση στο μεγαλύτερο ερώτημα του σύμπαντος; Είναι η μελαγχολία επιλογή ή απλά αποτέλεσμα της βαρεμάρας; Αν πέσω από ψηλά κι απλά αστοχήσω αυτό σημαίνει πως μπορώ να πετάξω;
Που μπορεί να φτάσει ένας αρχαίος Αιγύπτιος γιατρός για την αγάπη;
Πόσο νερό χωράει σε ένα ξεραμένο πηγάδι; Ποιος πήρε την γάτα;
Για τις απαντήσεις σε όλες αυτές τις απορίες και σε άλλες πολλές μπορείτε να διαβάσετε τα παρακάτω βιβλία. Τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει μέχρι στιγμής στην ζωή μου.
Τόμ Ρόμπινς - Το άρωμα του ονείρου (Tom Robbins - Jitterbug Perfume)
Ζοσέ Σαραμάγκου - Περί τυφλότητας (Jose Saramago - Ensaio sobre a Cegueira)
Ντάγκλας Άνταμς - Γυρίστε τον γαλαξία με ωτοστόπ (Douglas Adams - Hitchhiker's guide to the Galaxy)
Μίκα Βάλταρι - Ο Αιγύπτιος (Mika Waltari - Sinuhe, egyptiläinen)
Χαρούκι Μουρακάμι - Το κουρδιστό πουλί (Haruki Murakami - The Winding Bird Chronicle)
Κι αν λόγω κρίσης δεν μπορείτε να τα αγοράσετε βάλτε μια φωνή και θα τα φέρω στην πόρτα σας.
Άλλωστε δεν υπάρχει πιο απάνθρωπος τρόπος να σκοτώσεις ένα βιβλίο από το να το αφήσεις να σαπίζει στην βιβλιοθήκη σου...
Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010
Οικολογικόν Χιούμορ
Ας υποθέσουμε για μία στιγμή πως υπάρχει Θεός. Μία ανώτερη δύναμη, η οποία βρίσκεται κάπου ψηλά και μεταξύ άλλων χόμπυ που ενδεχομένως έχει, σε κάποια φάση της ζωής ασχολήθηκε λίγο και με τον κόσμο όπως τον ξέρουμε. Βασικά τον δημιούργησε.
Κι αυτή η ανώτερη δύναμη, το υπέρτατο αυτό ον ας το φανταστεί ο καθένας μας όπως θέλει· νέο, γέρο, ψηλό, κοντό, αδύνατο, χοντρό, γυμνό, ντυμένο με κελεμπίες ή με άσπρα ρούχα, με σανδάλια, ξυπόλητο. Ας τον φανταστεί τέλος πάντων όπως του αρέσει και όπως του υπαγορεύει η λογική του, η θρησκεία του, η μόρφωσή του ή η οικογένειά του.
Ε λοιπόν αυτός ο Θεός - ας τον ονομάσουμε έτσι μόνο και μόνο για να συνεννοούμαστε καλύτερα - πρέπει να έχει πολύ χιούμορ.
Δεν ξέρω πόσα από όλα όσα βλέπουμε γύρω μας τα βρήκε έτοιμα και πόσα είναι δικό του δημιούργημα, αλλά για ένα πράγμα είμαι σίγουρος. Ένα πρωϊνό άνοιξε τα μάτια του, χασμουρήθηκε, έκανε το τσιγαράκι του και, μόλις άνοιξε το παράθυρό του, είδε να απλώνεται μπροστά του ένα σύμπαν, που τον περίμενε για να παίξει μαζί του.
Κι όπως ένα μικρό παιδί που παίρνει ένα καινούριο παιχνιδάκι και το καταστρέφει, χωρίς καν να προλάβει να το απολαύσει, έτσι κι ο Θεός κατάφερε να τα γαμήσει όλα με ένα και μόνο λάθος.
Και το έκανε με στυλ. Αυτό οφείλουμε να το παραδεχτούμε.
Αλλά ας τα πάρουμε όλα από την αρχή.
Πρώτα έγινε ο ουρανός. Και έγινε πανέμορφος. Τι έγινε δηλαδή; Εκείνος τον έφτιαξε πανέμορφο. Και τον έκανε μακρινό. Για να μην μπορεί κανένας να τον πιάσει. Και γαλανό. Για να μην χορταίνεις να τον βλέπεις. Και δεν έβαλε μέσα του απολύτως τίποτα. Τον φούσκωσε παντού με αερά και απλά σκόρπισε εδώ και εκεί μερικά συννεφάκια. Κι αυτό ήταν όλο.
Μετά έφτιαξε την θάλασσα. Και την έκανε σαν χαλί. Ένα χαλί που αλλάζει χρώμα ανάλογα με τις διαθέσεις του ουρανού και των αστεριών που βρίσκονται από πάνω της και σχήμα ανάλογα με τους ανέμους που της ψιθυρίζουν. Και έβαλε μέσα της ό,τι μπορούσε να φανταστεί ο νους του. Πέτρες, άμμο, φυτά, ζώα, μέταλλα. Και τι δεν έβαλε; Εκείνη όμως γέμισε, φούσκωσε κι άρχισε να τα ξερνάει όλα. Ξέρασε πέτρες, ξέρασε ζώα, ξέρασε φυτά, ξέρναγε όλη την ώρα χωρίς σταματημό.
Αλλά ο Θέος την άφησε στο μεθύσι της και στην ησυχία της να κάνει του κεφαλιού της. Γιατί εκείνος είχε άλλη δουλειά.
Ήθελε να καταπιαστεί με πιο όμορφα πράγματα. Ξεκίνησε όλος χαρά και φύτεψε βουνά, έσπειρε δάση, χάραξε ποτάμια, ζωγράφισε λίμνες. Κι έπαιξε με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς. Έφτιαξε κοιλάδες, οροπέδια, κάμπους, ερήμους, καταρράκτες κι ό,τι άλλο του κατέβαινε εκείνη την ώρα στο κεφάλι.
Κι όταν τελείωσε άναψε το μπρίκι, έψησε ένα καφεδάκι, βρήκε ένα τασάκι, άναψε ένα τσιγαράκι και πέταξε πάνω από το δημιούργημά του χαζεύοντάς το και γελώντας αυτάρεσκα. Και κάπου ανάμεσα στις σβούρες και τις τζούρες τα βαρέθηκε όλα.
Έλα όμως που λυπόταν να τα καταστρέψει.
Κι έτσι έφτιαξε τον άνθρωπο. Κατ'εικόνα και καθ'ομοίωσίν του. Και φυσικά ο άνθρωπος σαν ένας άλλος Θεός βάλθηκε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του δημιουργού του.
Δηλαδή να τα γαμήσει όλα. Κι ακόμα τα γαμάει!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















